Thursday, 29 April 2021

Will the new EU chemicals strategy make our world less toxic?

 source: Irish Times

Chemicals are in almost everything we interact with and the World Health Organisation estimates the global production of chemicals will be four times higher in 2050 than it was in 2010. And while most of the production of basic chemicals happens outside Europe, chemical manufacturing is the fourth largest industry in the EU.

Chemicals are so commonly used in the production of food, cleaning agents, textiles, pharmaceuticals, office equipment, home furniture and even in the purification of our water supplies that we’ve almost stopped thinking about them. Yet more than 300 industrial chemicals are found in humans today that were not present in our grandparents. And babies are sometimes described as being born “pre-polluted”.

Human bio-monitoring studies in the EU have found a growing number of different hazardous chemicals in human blood and body tissue. These include pesticides, biocides, pharmaceuticals, heavy metals, plasticisers and flame retardants.

The EU has launched its chemical strategy for sustainability to address gaps in the regulation of chemicals. Under the current EU REACH (registration, evaluation, authorisation and restriction of chemicals) regulations, any substance which is manufactured or imported into European in excess of one tonne per annum must be registered with the European Chemicals Agency (ECHA).

The ECHA has one of the world’s largest databases on chemicals with records for about 120,000 substances on the EU market. Yet only about 22,000 chemicals have been registered so far. The ECHA is responsible for monitoring the validity and completeness of the REACH registration documents provided by manufacturers.

However, environmental campaigners suggest that major cosmetics, food, medicine and plastic producers across Europe are breaking the law by using millions of tonnes of chemicals without completing important safety checks.

Researchers at the German environmental charity BUND used freedom of information rules to obtain details of a German government investigation into chemical safety files from 2014 which concluded that 940 substances did not meet data safety standards set by REACH. Although the charity was unable to verify whether safety checks led to changed usage in the specified chemicals, it found that 41 substance dossiers remained unchanged from 2014 to 2019. The charity concluded that while the EU’s REACH 2006 chemical regulations oblige companies to complete safety checks, it’s not working as well as it should be.

Wednesday, 28 April 2021

Scientists find way to remove polluting microplastics with bacteria

 source: The Guardian


Microbiologists have devised a sustainable way to remove polluting microplastics from the environment – and they want to use bacteria to do the job.

Bacteria naturally tend to group together and stick to surfaces, and this creates an adhesive substance called “biofilm” – we see it every morning when brushing our teeth and getting rid of dental plaque, for example. Researchers at the Hong Kong Polytechnic University (PolyU) want to use this sticky bacteria property and create tape-like microbe nets that can capture microplastics in polluted water to form an easily disposable and recyclable blob.

Although these findings, presented on Wednesday at the Microbiology Society’s annual conference, are still preliminary, this invention could pave the way for sustainably lowering plastic pollution levels in the long run by simply using something found in nature.

“It is imperative to develop effective solutions that trap, collect, and even recycle these microplastics to stop the ‘plastification’ of our natural environments,” said Sylvia Lang Liu, microbiology researcher at PolyU and lead researcher on this project.


Alternative food strategy sets out how to cut agricultural emissions

 Source: Irish Times

Ireland’s proposed 2030 agri-food strategy is out of line with the Government’s economy-wide emissions reduction targets for the next decade, according to a report by 70 environmental and climate groups.

They warn that, if adopted, the strategy would force impossible cuts on other sectors.

Having left the “industry-dominated” group drawing up the strategy – published in draft form by the Minister for Agriculture last week – the Environmental Pillar (EP), Stop Climate Chaos (SCC) and Sustainable Water Network (Swan) have published an alternative report which sets out how to “drive down agriculture emissions while simultaneously restoring our depleted biodiversity and water bodies”.

Their report puts the Green Party in a difficult position, given its support base, as the party has backed the strategy, which is open for public consultation.

The agri-food strategy, which was criticised by the groups as “entirely inadequate from a climate and environmental perspective”, is broadly aligned with the Climate Bill.

Monday, 26 April 2021

H αμμοβολή, η υδροβολή και η βαφή: Επιπτώσεις στον άνθρωπο και στο περιβάλλον (μέρος Ι)


Γράφει ο Γιάννης Ζαμπετάκης
Πρόεδρος Τμήματος Βιολογικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του
Λίμερικ, Ιρλανδία

Πηγή: Κουτί Πανδώρας


Στη διεθνή ναυπιγοεπισκευαστική (Ν/Ε) πρακτική, η συντήρηση των πλοίων γίνεται με το εξής ενδεικτικό απλοποιημένο διάγραμμα ροής: ξέπλυμα με χαμηλή πίεση νερού για να φύγουν τα λεγόμενα «πράσινα» στην γλώσσα του επαγγέλματος (βρύα, στρείδια κλπ), αμμοβολή ή υδροβολή με υψηλή πίεση νερού με ή χωρίς την προσθήκη αποξεστικού υλικού για να προετοιμασθεί η επιφάνεια για το επόμενο βήμα που είναι η βαφή.

Σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία, η ανοικτή ξηρή ψηγµατοβολή (open air blast cleaning ή sandblasting) αποτελεί σηµαντικό τοµέα των εργασιών που εκτελούνται σε ναυπηγεία αλλά και σε µικρές µονάδες καθαρισµού και βαφής µεταλλικών επιφανειών. Ψηγµατοβολή είναι η µέθοδος καθαρισµού και τράχυνσης της επιφάνειας µε εκτόξευση σωµατιδίων αποξεστικού µέσου, αιωρούµενων σε ρεύµα υψηλής πίεσης. Τα σωµατίδια µε την πρόσπτωση στην επιφάνεια αποµακρύνουν τα επιστρώµατα βαφής, τα οξείδια που έχουν δηµιουργηθεί, τα λάδια, τις βρωµιές, άλλες ξένες προσμίξεις κ.λπ. και προετοιµάζουν την επιφάνεια για βαφή. Το αποξεστικό µέσο µπορεί να είναι άµµος, ορυκτά υλικά, ψήγµατα µετάλλων, κ.λπ.

Έως σήμερα, η ψηγµατοβολή αποτελεί την πλέον αποδοτική και διαδεδοµένη µέθοδο καθαρισµού και προετοιµασίας προς βαφή µεταλλικών, κυρίως, επιφανειών µεγάλης κλίµακας. Το φάσµα των εφαρµογών της µεθόδου επεκτείνεται σήµερα πολύ πιο πέρα από τον κλασσικό καθαρισµό πλοίων και µεταλλικών κατασκευών και περιλαµβάνει εφαρµογές όπως η διαµόρφωση της επιφάνειας των διαστηµοπλοίων µε πλήρως αυτοµατοποιηµένη διαδικασία, ο καθαρισµός κτιρίων, δρόµων ή αγαλµάτων, η διακόσµηση γυαλιού (βιτρό) και ξύλου ή ακόµη και η οδοντιατρική.

Ωστόσο, παρά το µεγάλος εύρος εφαρµογών της, η ψηγµατοβολή παραµένει, ακόµη και σήµερα, µια εξαιρετικά ρυπογόνος εργασία, κυρίως λόγω των παραγόµενων αποβλήτων αποξεστικού υλικού, τα οποία προκαλούν δυσµενείς επιπτώσεις, τόσο στην ανθρώπινη υγεία, όσο και στο περιβάλλον.

Όµως, παρά τα προβλήµατα που παρουσιάζει, η ψηγµατοβολή χρησιμοποιείται ευρέως και σήμερα. Η υδροβολή με υψηλή πίεση νερού, υπό συνθήκες μπορεί να αντικαταστήσει την αμμοβολή σε συγκεκριμένες εφαρμογές, αλλά και αυτή η μέθοδος έχει τα προβλήματά της.

Τόσο κατά το ξέπλυμα όσο και κατά το δεύτερο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας, στην περίπτωση που αυτή πραγματοποιείται με υδροβολή, παράγονται μεγάλες ποσότητες υγρών αποβλήτων με υψηλό ρυπαντικό φορτίο. Το ξέπλυμα μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί "μικρότερης σχετικά επικινδυνότητας" από τον κύριο καθαρισμό. Περιέχει κυρίως βιολογικό φορτίο και οι ποσότητες σκουριάς και χρωμάτων που παρασύρονται είναι μικρότερες στις χαμηλότερες πιέσεις νερού που χρησιμοποιούνται για το ξέπλυμα.

Αλλά οι παραγόμενες ποσότητες των υγρών και στερεών αποβλήτων κατά την αμμοβολή ή/και την υδροβολή έχουν μεγάλο χημικό φορτίο σε οξείδια (σκουριές) και βαρέα μέταλλα. Αυτά τα ρυπασμένα απόβλητα δεν μπορούν να αποτεθούν στη θάλασσα ούτε σε ΧΥΤΑ μιας και έχουν μεγάλο φορτίο σε βαρέα μέταλλα υψηλής τοξικότητας. Με άλλα λόγια, η διεργασία της αμμοβολής ή/και υδροβολής έχει τεράστιες επιπτώσεις τόσο στο θαλάσσιο περιβάλλον αλλά και στον αέρα και πολύ πιο σημαντικό στον ίδιο τον άνθρωπο.

Έχει βρεθεί ότι η επίδραση της απόρριψης της σκουριάς στις βενθικές βιοκοινωνίες προκαλεί την µετατροπή του φυσικού βιοτόπου και τη µηχανική ταφή των οργανισµών. Η µελέτη προσδιορισµού χρωµίου, νικελίου και σιδήρου σε βενθοπελαγικούς πληθυσµούς ψαριών και άλλων αλιευµάτων των περιοχών με Ν/Ε μονάδες έχει δείξει ότι οι µέσες τιµές των µετάλλων στη σάρκα των αλιευµάτων ήταν πάντοτε υψηλότερες στους οργανισµούς της περιοχής απόρριψης της σκουριάς.

Επίσης η συχνότητα εµφάνισης υψηλών τιµών στα επίπεδα των μετάλλων ήταν υψηλή στην περιοχή απόρριψης της σκουριάς. Οι συγκεντρώσεις µετάλλων που προσδιορίστηκαν σε κάθε είδος εµφάνισαν υψηλή διασπορά, φαινόµενο που υποδηλώνει ασταθή και επιβαρυµένα περιβάλλοντα. Η πρόσχωση αυτή µε σκουριά, μπορεί να προκαλέσει εµπλουτισµό των επιφανειακών ιζηµάτων του εσωτερικού ορµίσκου µε εξαιρετικά µεγάλες συγκεντρώσεις των βαρέων µετάλλων σιδήρου (Fe), χρωμίου (Cr), νικελίου (Ni), κοβαλτίου (Co), μαγγανίου (Mn), ψευδαργύρου (Zn), μολύβδου (Pb), χαλκού (Cu) κ.α.

Επίσης εξαιρετικά µεγάλες συγκεντρώσεις τόσο διαλυτού όσο και σωµατιδιακού σιδήρου (Fe) και νικελίου (Ni) και διαλυτού μαγγανίου (Mn) έχουν βρεθεί στο θαλασσινό νερό σε όρμους όπου γίνεται απόχυση σκουριών.

Σύμφωνα με την μελέτη του Ν. Παπαχαρίτου, «μελέτη της σύνθεσης και της κατανοµής του ζωοπλαγκτού στη ρηχή περιοχή ενός όρµου που δέχεται την πολύ λεπτή κονιορτοποιηµένη σκουριά έδειξε την εικόνα µιας οικολογικά υποβαθµισµένης περιοχής ειδικά το καλοκαίρι µε τη στρωµατοποίηση των νερών».

«Υψηλά επίπεδα βιοσυσσώρευσης βαρέων µετάλλων (κοβαλτίου (Co), χρωμίου (Cr), χαλκού (Cu), σιδήρου (Fe), μαγγανίου (Mn), νικελίου (Ni), και ψευδαργύρου (Zn)  µετρήθηκαν σε βενθικούς ζωικούς οργανισµούς της παραλιακής και υποπαραλιακής ζώνης».

«Η δυνατότητα πλήρους επανάκαµψης στην κατάσταση ισορροπίας µιας βενθικής βιοκοινωνίας που διαταράχθηκε από απόρριψη σκουριάς δεν ήταν δυνατόν να εξακριβωθεί, ωστόσο τα στοιχεία έδειξαν ότι ο ρυθµός βελτίωσης µιας βιοκοινωνίας είναι πολύ αργός».

Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η απόρριψη σκουριάς δεν θα πρέπει να γίνεται στο θαλάσσιο αποδέκτη και θα πρέπει να αναζητηθούν λύσεις για την μη απόρριψη της σκουριάς στη θάλασσα.

Η βέλτιστη λύση θα ήταν η σκουριά να απαλλαχθεί από τοξικά µέταλλα πριν την ενδεχόµενη αξιοποίησή της. Η αποµάκρυνση των πιο τοξικών µετάλλων από µεταλλουργικά απόβλητα είναι τεχνολογικά δυνατή. Έχει τα πλεονεκτήµατα ότι τα µέταλλα ανακτώνται σε εξαιρετικά καθαρή µορφή και άρα είναι και οικονοµικά εκµεταλλεύσιµα, ενώ το παραπροϊόν αυτής της επιπλέον διαδικασίας καθαρισµού είναι σκουριές απαλλαγµένες από τοξικές ουσίες, οι οποίες θα µπορούσαν να βρουν µια σειρά από εφαρµογές ως αδρανές πλέον υλικό.

Κλείνοντας το πρώτο μας κείμενο σε αυτό το θέμα, θα πρέπει να τονίσουμε άλλο ένα σημείο. Στη διεθνή βέλτιστη πρακτική, σε μεγάλες Ν/Ε, οι τρεις διαδικασίες που φαίνονται στο παραπάνω διάγραμμα ροής γίνονται σε «κλειστό περιβάλλον» δηλαδή το πλοίο «ντύνεται» με κατάλληλα υλικά και όλες οι διεργασίες γίνονται εκεί μέσα χωρίς να υπάρχει διαρροή αποβλήτων και χρωμάτων με επικίνδυνες χημικές ενώσεις και βαρέα μετάλλα, αλλά και οργανικού βιολογικού φορτίου στο περιβάλλον. Σε επόμενο κείμενό μας θα κάνουμε εκτενή αναφορά σε αυτό.


Διπλωματική εργασία Παπαχαρίτoυ Νικόλαου, Επιβλέπων καθηγητής: Παπάζογλου Βασίλης, ΕΜΠ 2008.

Strategy for shipyard industrial waste management in controlling water and air pollution in ship repair (2021) Achmat Ashari, Tri E.B Soesilo and Herdis Herdiansyah

Sunday, 25 April 2021

Seaspiracy and the consumption of fish


Whether you watched Seaspiracy in horror or avoided it because you feared it would guilt you into giving up sushi, there’s no doubt that the Netflix documentary about the environmental impact of fishing has sparked a conversation, Katy McGionness writes at the Sunday times.

The film covers a lot, from the killing of whales and how sharks’ fins are sliced off to make soup while the rest is discarded, to examining bodies behind the logos on products that are meant to indicate sustainability. The film also highlights that many anti-plastic groups are funded by the fishing industry. The shocking conclusion is that the fishing industry’s impact on sea life and the oceans is so damaging that eating fish at all is unsustainable.

Is it that simple though? A number of Seaspiracy’s findings are disputed. Some experts claim they are based on outdated research while others say that the film barely touches on other important issues.

But the problem in Ireland is this: what is Ireland's problem with fish? In a comparison of fish consumption per capita in 158 countries in 2013, the Maldives ranked the highest with 166 kg followed by Iceland (90.1 kg) and Hong Kong (71 kg). Irish people consumed just 22.3 kg per capita. Fish consumption per capita in Ireland reached an all time high of 24.6 kg in 2001 and an all time low of 7.10 kg in 1961. When compared to Ireland's main peers, fish consumption per capita in Canada amounted to 22.4 kg, 34.7 kg in France, 90.1 kg in Iceland and 19.1 kg in United Kingdom in 2013. Ireland has been ranked 48th within the group of 160 countries in terms of fish consumption per capita, 4 places behind the position seen 10 years ago. 


Friday, 23 April 2021

Βιομηχανία αγωγών από τους ιδιοκτήτες των ναυπηγείων Σύρου

 πηγή: Κοσμοδρόμιο


Ακόμη μία αγωγή, τη δεύτερη κατά σειρά, και τέταρτο εξώδικο, απέστειλε η ιδιοκτήτρια εταιρεία των Ναυπηγείων Σύρου, ο Όμιλος ONEX, εναντίον του Παρατηρητηρίου Ποιότητας Περιβάλλοντος Σύρου (ΠΠΠΣ) και μελών του. Όπως σημειώνεται στο δελτίο Τύπου του ΠΠΠΣ, οι αξιώσεις του Ομίλου εναντίον του σωματείου ξεπερνούν τα δύο εκατομμύρια ευρώ έως σήμερα, ενώ πρόσφατες πληροφορίες μας λένε πως η ΟΝΕΧ απέστειλε και 3η αγωγή στο ΠΠΠΣ, διεκδικώντας ακόμη €1.000.000 για όσα λέχθηκαν από πλευράς του προέδρου του Παρατηρητηρίου, κ. Ζολώτα σε δύο ραδιοφωνικές συνεντεύξεις του. 


Η συνέχεια εδώ.

Monday, 19 April 2021

Οι βαφές και τα μικροπλαστικά

 Tα μικροπλαστικά αποτελούν ένα ολοένα αυξανόμενο περιβαλλοντικό πρόβλημα που ρυπαίνει το θαλάσσιο περιβάλλον και από το νερό μπορούν να περάσουν σε μικροργανισμούς, ασπόνδυλους οργανισμούς και από εκεί σε ψάρια και πουλιά.

Πηγή: Κουτί Πανδώρας



Μικροσωματίδια από βαφές είναι μέρος του ολοένα αυξανόμενου φαινομένου της ρύπανσης με μικροπλαστικά (microplastics ή MPs στη διεθνή βιβλιογραφία). Τα MPs περιέχουν πολυουρεθάνες, πολυεστέρες, πολυακρυλικά, πολυστυρένια, αλκύλια και εποξείδια. Αυτά τα μικροσωματίδια προέρχονται από αντιρυπαντικές βαφές που χρησιμοποιούνται σε εμπορικά πλοία. Από τα μικροσωματίδια των βαφών εκλύονται βαρέα μέταλλα και άλλες ενώσεις με βιοκτόνο δράση.

Το πρόβλημα των MPs φαίνεται στο παρακάτω σχήμα με το μπλε εμβαδόν και πώς αυξάνεται εκθετικά τα τελευταία 20 χρόνια.

Η παραγωγή πλαστικών και οι εκλύσεις διοξειδίου του άνθρακα από το 1950 ως σήμερα 

Σύμφωνα με μια έρευνα του 2019, αυτή την στιγμή στις θάλασσές μας υπάρχουν πάνω από 100 εκατομμύρια μακροπλαστικών και 51 τρισεκατομμύρια σωματίδια (<5mm) MPs.
Μη υδατοδιαλυτές μπογιές μπορούν να θεωρηθούν ως πλαστικά, αφού το κύριο συστατικό τους είναι πολυμερή και συμπολυμερή όπως αλκύλια, εποξείδια και πολυεστέρες. Η διεθνής ένωση για την προστασία της φύσης (International Union for the Conservation of Nature, IUCN) έχει αποδεχθεί το 2019 ότι οι μπογιές από πλοία (scrapings και coatings) όπως και αντιρυπαντικά συστήματα (anti-fouling systems) είναι εν δυνάμει πηγές μικροπλαστικών.

Σε μια μελέτη του 2020 βρέθηκε σε 40 δείγματα ωκεανών ότι τα MPs προέρχονται στην πλειοψηφία τους από βαφές πλοίων. Στην Ανταρκτική, βρέθηκε ότι τα MPs από βαφές είναι 30 φορές πιο πολλά από άλλα πλαστικά σωματίδια! Οι ερευνητές βρήκαν ότι τα μικροσωματίδια από βαφές μεταξύ 0,3 και 23 mm περιείχαν πολυουρεθάνιο.
Σε άλλα σημεία του πλανήτη μας βρέθηκε ότι το 19% των MPs στη Βαλτική, μεταξύ 12 και 23% στην Μεσόγειο και 12%  στα νησιά του τροπικού νότιου Ατλαντικού αποτελούνταν από μικροσωματίδια βαφών. 

Τα μικροσωματίδια των βαφών και το υδατικό περιβάλλον

Υπάρχει εκτενής έρευνα σχετικά με την βιοκορώνα (biocorona) και την σφαίρα των πλαστικών (plastisphere) δηλαδή τις στιβάδες των μικροβιακών κυττάρων που απορροφούνται γρήγορα από τα MPs όταν τα τελευταία βρεθούν σε υδατικό περιβάλλον. 

Περίπου 95% των εμπορικών πλοίων σήμερα βάφονται με αντιρυπαντικά χρώματα (antifouling paints) που περιέχουν αντιρυπαντικές ενώσεις. Τα MPs από τα αντιρυπαντικά χρώματα είναι μια πηγή τοξικών ενώσεων για το υδάτινο περιβάλλον.

Οι βαφές στα πλοία και στις ναυτικές συσκευές περιέχουν βαρέα μέταλλα όπως χαλκό (Cu), ψευδάργυρο (Zn) και μόλυβδο (Pb) που σκοτώνουν τους μικροοργανισμούς και στη διεθνή βιβλιογραφία αποκαλούνται ως “booster biocides”. Εκτός από πλαστικά, οι αντιρυπαντικές βαφές περιέχουν ενώσεις που περιορίζουν την οξείδωση (σκουριά) όπως φωσφορικό ψευδάργυρο και χρωμικό στρόντιο όπως και άλλες ενώσεις που απλώνουν το χρώμα και δρουν ως δευτερεύοντα χρώματα που περιέχουν ενώσεις τιτανίου, βαρίου, χρωμίου, σιδήρου και κασσιτέρου, όπως και σε πιο μικρή ποσότητα ενώσεις του καδμίου και του μολύβδου. Οι αντιβακτηριακές και αντιμικροβιακές ιδιότητες αυτών των ενώσεων δίνουν στην βαφή την αντιρυπαντική της δράση. 

Αντιρυπαντικά μικροσωματίδια βαφών (antifouling paint particles, APPs) που περιέχουν αυτά τα τοξικά βαρέα μέταλλα και βιοκτόνες ενώσεις περνούν από το πλοίο στο θαλάσσιο περιβάλλον. Ο χαλκός και ο ψευδάργυρος είναι τα δύο πιο σημαντικά βαρέα μέταλλα που απαντώνται στις APPs. 

Eπίδραση των βαφών στο υδατικό περιβάλλον   

Η επίδραση των MPs σε υδάτινους οργανισμούς έχει μελετηθεί εκτενώς και υπολείμματα αυτών των μικροπλαστικών έχουν ανιχνευθεί σε ασπόνδυλους οργανισμούς, σε οστρακοειδή αλλά και σε πουλιά που ζουν σε λίμνες και στη θάλασσα όπως κορμοράνους, κύκνους και πελεκάνους. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι οι βαφές δρουν ποικιλοτρόπως και πάντα επιβαρυντικά για τους θαλάσσιους οργανισμούς. Περισσότερα στοιχεία είναι διαθέσιμα στην μελέτη των Gaylarde et al, Marine Pollution Research (2021) 162, 111847.

Οι πρωτογενείς πηγές των ΜPs

Σύμφωνα με την μελέτη των Fred-Ahmadu et al (2021) IOP Conf. Ser.: Earth Environ. Sci. 665 012064, οι κύριες πρωτογενείς πηγές των MPs είναι οι κάτωθι:

1. Καταναλωτικά προϊόντα που περιέχουν κόκους απολέπισης από οδοντόπαστες και καλλυντικά όπως και μικροσφαίρες από κρέμες και κραγιόν,

2. Βιομηχανικά προϊόντα όπως λειαντικά που χρησιμοποιούνται στην αμμοβολή σε ναυπηγεία και κατά την παραγωγή εξαρτημάτων αυτοκινήτων

3.  Μικροπλαστική σκόνη από βιομηχανικές δραστηριότητες,

4. Συντήρηση πλαστικών εξαρτημάτων,

5. Σκόνη και ινίδια από την αποσύνθεση πλαστικών στο σπίτι ή στο γραφείο,

6. Πλαστικά σωματίδια από την σκόνη στους δρόμους που προέρχεται από ελαστικά και βαφές ασφάλτου και

7. Πλαστική σκόνη από πυρκαγιές.

Συμπερασματικά, τα μικροπλαστικά αποτελούν ένα ολοένα αυξανόμενο περιβαλλοντικό πρόβλημα που ρυπαίνει το θαλάσσιο περιβάλλον και από το νερό μπορούν να περάσουν σε μικροργανισμούς, ασπόνδυλους οργανισμούς και από εκεί σε ψάρια και πουλιά. Η εν δυνάμει επιμόλυνση της διατροφικής αλυσίδας του ανθρώπου με μικροπλαστικά καθώς και του αέρα που αναπνέουμε με μικροσωματίδια (particulate matters) είναι ένα αντικείμενο που έχει ερευνηθεί εκτενώς και θα ασχοληθούμε σε επόμενο άρθρο μας.

* Ο Γιάννης Ζαμπετάκης είναι Πρόεδρος του Τμήματος Βιολογικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Λίμερικ, Ιρλανδία. Ο λογαριασμός του στο Twitter είναι το @yanzabet


Monday, 12 April 2021

Burning hazardous and-or toxic waste in the Irish Cement Factory


EPA has informed us today, that their decision on Irish Cement Factory will be reached by end of June 2021.

Let's remember the case.

Irish Cement Factory

The Irish Cement Factory has been built to produce cement. It has not built to burn waste, any type of waste. When the discussion comes to toxic and hazardous waste, I have some questions in relation to the toxicity of these waste and hence the toxicity of the emitted chemicals.

We need to remember that burning organic waste (i.e. waste rich in polymers, possibly tainted with heavy metals etc) is a process that can emit heavy metals entrapped in PM2.5 (particulate matter with diameter 2.5μm) and the toxicity of these PM2.5 can be extremely high as shown here.


Heavy metals and dioxins

However, it isn’t only the PM2.5 that must make us worry about the toxicity of the emissions from the chimney of any cement factory that are not built for purpose (the purpose here is the incineration of hazardous waste). Apart from PM2.5 that have entrapped heavy metals, it is the question of the carcinogenic dioxins that will be emitted to the atmosphere by burning hazardous and/or toxic waste. Dioxins are lethal. Here is what WHO have reported on the toxicity of dioxins.


Cement factories and the food chain

In the University of Limerick (UL), in the module FT4428 “Advanced Food Chemistry”, we have carried an extensive study on this problem.

Final year students of the program “Food Science and Health” at UL have worked from 4 different points of view. Some groups worked for a dairy industry in the vicinity of Irish Cement, Mungret, Ireland.

5 groups worked on assessing the production of safe foods by the dairy industry

5 groups worked as if they were working for EPA, assessing the license application (and the objections!) and operations of Irish Cement

5 groups worked for FSAI


3 groups worked for NGOs like Greenpeace and WWF or representing the citizens.

Each group produced a written report assessing the hazards and ways to manage them.
The results of this amazing amount of the students scholar work can be found here.


The oral hearing

The EPA has announced it will hold a virtual hearing on 2 December 2020, dealing with objections to the project from 16 individuals and groups, including the Limerick Against Pollution LAP group, the Limerick Metropolitan council, Limerick city and county council, a number of local TDs and the University of Limerick.

We are going to take part at that hearing and present our case on the:


  • Hazardous waste and the Food Chain


  • Toxicity of Emissions and the Public Health


  • Monitoring mechanisms – are they adequate?


What I am going to bring to the hearing is my more than 10 years experience working with heavy metals and the food chain as shown here and here.

Ioannis Zabetakis

Head, Biological Sciences,


Probiotic yogurt molecules may calm inflammatory storm seen in COVID patients

 Molecules isolated from probiotic-packed yogurt could prove to be ideal drug candidates that address a range of inflammatory conditions that include the immune response seen in COVID-19 patients.


source: NutraIngredients

the full paper is here. 

Η Minamata και η Ελλάδα



πηγή: Κουτί Πανδώρας


Η ασθένεια Minamata ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά στην πόλη της Minamata στην Ιαπωνία, το 1956.

Προκλήθηκε από την απελευθέρωση µεθυλυδραργύρου σε βιοµηχανικά απόβλητα από εργοστάσιο χηµικών της Chisso Corporation, η οποία συνεχίστηκε από το 1932 ως το 1968. Αυτή η εξαιρετικά τοξική χηµική ουσία ενσωµατώνεται σε οστρακοειδή και ψάρια στο κόλπο Minamata και την Θάλασσα Shiranui, η κατανάλωση των οποίων από τον τοπικό πληθυσµό έχει ως αποτέλεσµα τη δηλητηρίαση από τον υδράργυρο. Ενώ οι θάνατοι γατιών, σκύλων, χοίρων, και ανθρώπων συνεχίστηκαν για περισσότερα από 30 χρόνια, η κυβέρνηση και η εταιρεία έκαναν ελάχιστα για την πρόληψη της ρύπανσης.

Στο σύνολο, περισσότεροι από 900 άνθρωποι πέθαναν εξαιτίας των δηλητηριάσεων. Από το 2001, η έρευνα έδειξε ότι τουλάχιστον δύο εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να είχαν επηρεαστεί με την κατανάλωση των μολυσμένων ψαριών.

Η ταινία

Ο δημοφιλής Αμερικανός ηθοποιός Τζόνι Ντεπ υποδύεται, στη μεγάλη οθόνη, τον εμβληματικό φωτορεπόρτερ Γ. Γιουτζίν Σμιθ, στο οικολογικό δράμα του Andrew Levitas, «Μιναμάτα». Η ταινία τοποθετείται στην Ιαπωνία των 70ς, όταν και ο σπουδαίος φωτορεπόρτερ στέλνεται από το αμερικάνικο περιοδικό Life να καλύψει την συγκλονιστική σωματική και συναισθηματική δοκιμασία των θυμάτων μιας θανατηφόρου περιβαλλοντικής μόλυνσης, σε μια κωμόπολη της Ιαπωνίας, τη Μιναμάτα, καθώς και την πολυτάραχη όσο και πολύπλευρη σταυροφορία τους για δικαιοσύνη. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία μιας από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές καταστροφές και υγειονομικές κρίσεις στην ιστορία της Ιαπωνίας, η οποία άνοιξε το δρόμο για συζητήσεις ενάντια στην ανεξέλεγκτη βιομηχανική ρύπανση, παγκοσμίως.

Η δύσκολη καθημερινότητα των νοσούντων 

Αν και η νόσος της Μιναμάτα αναγνωρίστηκε το 1956, η δηλητηρίαση από μεθυλυδράργυρο ως αιτιολογικός παράγοντας δεν ανακαλύφθηκε παρά μόνο τρία χρόνια αργότερα. Μέχρι τότε η Ιαπωνική Κυβέρνηση αντιμετώπιζε την ασθένεια ως μολυσματική, με τα θύματα να στιγματίζονται ως φορείς μετάδοσης.

Ο στιγματισμός αυτός ήρθε να προστεθεί στην ήδη εφιαλτική καθημερινότητα των προσβεβλημένων από τη νόσο: Για όσους η ασθένεια βρισκόταν σε τερματικό στάδιο οι πόνοι ήταν ανυπόφοροι, ενώ για τους επιζήσαντες τα σοβαρά προβλήματα υγείας δυσχέραιναν κάθε πτυχή της ζωής τους, από την αδυναμία εργασίας και την πτώχευση λόγω υπέρογκων ιατρικών εξόδων (η πλειοψηφία των νοσούντων, έως το 1959, δεν λάμβαναν κάποιο κρατικό επίδομα), μέχρι και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Παράλληλα, οι επιπτώσεις για την τοπική κοινότητα, συνολικά, ήταν ολέθριες. Η μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα υπήρξε εκτεταμένη, οδηγώντας σε υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος και επέκταση της μόλυνσης σε άλλες περιοχές γύρω από τον κόλπο της Μιναμάτα, καταστροφή της αλιείας, με ό,τι αυτό σήμαινε οικονομικά για μια κοινότητα που σε μεγάλο βαθμό έβγαζε τα προς το ζην από αυτήν και μαζική μετανάστευση.

Ένα έγκλημα εν εξελίξει 

Ακόμη και όταν αναγνωρίστηκε η «πηγή του κακού», το 1959, η Chisso αποποιήθηκε οποιαδήποτε ευθύνη, αρνούμενη κάθε σύνδεση των υγρών λυμάτων της με την ασθένεια και καλύπτοντας τα αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης, με την ανοχή της κυβέρνησης, η οποία δεν έλαβε κανένα μέτρο για να αποτραπεί η μόλυνση, συνέχιζε να εναποθέτει στον κόλπο της Μιναμάτα τα τοξικά της απόβλητα.

Αγώνας για δικαίωση 

Ως συνέπεια τα θύματα της Μιναμάτα, αλλά και το φυσικό περιβάλλον, θυσιάστηκαν στον βωμό της οικονομικής ανάπτυξης με κάθε κόστος, καθώς και της κυβερνητικής αδράνειας. Οι αγώνες, όμως, των νοσούντων να φέρουν προ των ευθυνών τους τόσο την κυβέρνηση όσο και τη Chisso, ζητώντας επιπλέον και αποζημιώσεις, πήρε τη μορφή ενός συνεκτικού κοινωνικού κινήματος, το οποίο απέκτησε ευρεία υποστήριξη από εξωγενείς παράγοντες.

Χωρίς να εκλείπουν, βεβαίως, οι περιπτώσεις εκφοβισμού για την υπαναχώρηση των διεκδικήσεων τους.

Οι προσπάθειες απέφεραν καρπούς, το 1968, όταν η Ιαπωνική κυβέρνηση αναγνώρισε τη Chisso ως τον υπαίτιο αυτής της ανυπολόγιστης καταστροφής, αλλά οι δικαστικές και γραφειοκρατικές περιπέτειες των θυμάτων δεν είχαν τελειωμό. Από τους 17,000 αιτούντες μόνο οι 2,000 αναγνωρίστηκαν, επισήμως, ως πάσχοντες από τη νόσο Μιναμάτα και ήταν εκείνοι που το 1973 έλαβαν αποζημειώσεις, ύστερα από δεκαεπτά χρόνια αδιάκοπης πάλης. Στους αριθμούς αυτούς δεν περιλαμβάνονται οι νεκροί της νόσου, καθώς και όσοι για δικούς τους λόγους δεν έκαναν αίτηση.

Τον Οκτώβριο του 2013, υπεγράφη η Σύμβαση της Μιναμάτα , μια διεθνή συνθήκη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, η οποία έχει ως σκοπό να προστατέψει το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία από εκπομπές και διαρροή υδραργύρου που έχουν σχέση με την ανθρώπινη δραστηριότητα και να αποτρέψει την επανάληψη μιας τραγωδίας σαν αυτή που συνέβη στην ιαπωνική πόλη. Μέχρι σήμερα η Συνθήκη έχει υπογραφεί από 128 χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Ο Γ. Γιουτζίν Σμιθ στη Μιναμάτα 

Το 1971 ο παγκοσμίως γνωστός φωτορεπόρτερ Γ. Γιουτζίν Σμιθ, ακούγοντας για την υπόθεση δηλητηρίασης από μεθυλυδράργυρο στη Μιναμάτα, αποφάσισε να μεταβεί στην περιοχή μαζί με τη σύζυγό του, Aileen, ώστε να γνωστοποιήσει σε όλο τον κόσμο την ανυπολόγιστη αυτή τραγωδία, αλλά και να επιστήσει την προσοχή στις ολέθριες συνέπειες της βιομηχανικής (και όχι μόνο) ρύπανσης.

Η περίφημη φωτογραφία μιας μητέρας που κάνει μπάνιο το άρρωστο παιδί της που πάσχει από την νόσο Minamata / W. Eugene Smith

Τρία χρόνια πέρασε κοντά στους ανθρώπους που ζούσαν στην περιοχή γύρω από τον κόλπο της Μιναμάτα, αποφασισμένος το φωτογραφικό δοκίμιό του να αποτελέσει αδιάψευστο μάρτυρα των αγώνων και των κακουχιών της καθημερινότητας τους, καθώς και του περιβαλλοντικού (και όχι μόνο) εγκλήματος που συντελούταν στην περιοχή.

Η συγκλονιστική αποτύπωση μιας τραγωδίας 

Οι επιβλητικές προσωπογραφίες του που απεικονίζουν τα θύματα της δηλητηρίασης από μεθυλυδράργυρο, αποτελούν εξαιρετικό δείγμα του βαθύ ανθρωπισμού, της κοινωνικής συνείδησης και της ενσυναίσθησης με την οποία αντιμετώπιζε τα θέματά του, καθώς, επίσης, του υψηλού ηθικού φρονήματος και της καλλιτεχνικής του ευφυίας. Οι τραγικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του συχνά δραματικά φωτισμένες, αξιομνημόνευτες και συγκινησιακά φορτισμένες, προκαλούν έναν χείμαρρο συναισθημάτων: φόβο, οργή, συμπόνια…
Δεν σταμάτησε να καταγράφει τα όσα έβλεπε γύρω του, ακόμη και όταν έπεσε θύμα άγριου ξυλοδαρμού εξοργισμένων εργατών της Chisso, γεγονός που επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την υγεία του (δεν είχε ποτέ αναρρώσει πλήρως από τον σοβαρό τραυματισμό του κατά τη διάρκεια της κάλυψης της Μάχης της Οκινάουα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο).

Το τελευταίο του αυτό εμβληματικό φωτογραφικό δοκίμιο κυκλοφόρησε στο τεύχος της 2ας Ιουνίου 1972 στο περιοδικό Life, με τίτλο «Death flow from the pipe», για το οποίο βραβεύτηκε με το Χρυσό Μετάλλιο Robert Capa, το 1974. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε μαζί με τη σύζυγό του το βιβλίο «Minamata: The Story of the Poisoning of a City, and of the People Who Choose to Carry the Burden of Courage». Και οι δύο αυτές δημοσιεύσεις είχαν τεράστιο αντίκτυπο στο αμερικάνικό και όχι μόνο αναγνωστικό κοινό.

Minamata και Ελλάδα

Στην Ελλάδα δεν έχουμε καμία Minamata αλλά έχουμε εν δυνάμει πολλές Minamata. Στον Ασωπό, στην Μεσσαπία, στις Σκουριές και πρόσφατα στη Σύρο έχουμε ρύπανση με βαρέα τοξικά μέταλλα όπως σημειώσαμε στο κείμενό μας την περασμένη εβδομάδα. Σε αυτές τις ανοικτές πληγές τοξικότητας, θα πρέπει η Πολιτεία να βρει τους ρυπαίνοντες και να σταματήσει την ρύπανση, πριν η ρύπανση επιμολύνει την διατροφική αλυσίδα και ζήσουμε εν δυνάμει Μιναμάτες...

* Ο Γιάννης Ζαμπετάκης είναι Πρόεδρος του Τμήματος Βιολογικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Λίμερικ, Ιρλανδία. Ο λογαριασμός του στο Twitter είναι το @yanzabet


Sunday, 11 April 2021

new paper from our group: Inflammation and Chronic Diseases: The Polar Lipid Link


Inflammation and Chronic Diseases: The Polar Lipid Link

Lordan R, Zabetakis I, Tsoupras A

Proceedings 2021, 70(1), 70;


Cardiovascular diseases (CVD) are the leading cause of death globally. The focus of scientists and practitioners for decades has been on cholesterol levels and pharmacological ways to control them. Over the past few years, a new school of thought has emerged: inflammation is the underlying cause of chronic non-communicable diseases (NCDs) such as CVD. Therefore, the key to reducing the incidence of chronic diseases is to control the activities of various inflammatory mediators, such as platelet-activating factor (PAF), via diet, exercise, and healthy lifestyle choices. One proposal has been that the polar lipids (PL) present in foods can play a key role via their antithrombotic and anti-inflammatory bioactivities. In this paper, we present our latest views on PAF and how it is related to CVD, and we discuss the role of diet and PL against PAF-induced inflammation.
the full paper is here. 

Ας μιλήσουμε για καρνάγια και ναυπηγοεπισκευαστικές ζώνες!


Σήμερα είναι επίκαιρο να δούμε το θέμα των ναυπηγείων και των καρνάγιων σε σχέση με την ρύπανση που προκαλούν.

Η διεθνής βιβλιογραφία βρίθει παραδειγμάτων!

A novel approach to estimating potential maximum heavy metal exposure to ship recycling yard workers in Alang, India

The 180 ship recycling yards located on Alang-Sosiya beach in the State of Gujarat on the west coast of India is the world's largest cluster engaged in dismantling. Yearly 350 ships have been dismantled (avg. 10,000 ton steel/ship) with the involvement of about 60,000 workers. Cutting and scrapping of plates or scraping of painted metal surfaces happens to be the commonly performed operation during ship breaking. The pollutants released from a typical plate-cutting operation can potentially either affect workers directly by contaminating the breathing zone (air pollution) or can potentially add pollution load into the intertidal zone and contaminate sediments when pollutants get emitted in the secondary working zone and gets subjected to tidal forces. There was a two-pronged purpose behind the mathematical modeling exercise performed in this study. First, to estimate the zone of influence up to which the effect of plume would extend. Second, to estimate the cumulative maximum concentration of heavy metals that can potentially occur in ambient atmosphere of a given yard. The cumulative maximum heavy metal concentration was predicted by the model to be between 113 μg/Nm(3) and 428 μg/Nm(3) (at 4m/s and 1m/s near-ground wind speeds, respectively). For example, centerline concentrations of lead (Pb) in the yard could be placed between 8 and 30 μg/Nm(3). These estimates are much higher than the Indian National Ambient Air Quality Standards (NAAQS) for Pb (0.5 μg/Nm(3)). This research has already become the critical science and technology inputs for formulation of policies for eco-friendly dismantling of ships, formulation of ideal procedure and corresponding health, safety, and environment provisions. The insights obtained from this research are also being used in developing appropriate technologies for minimizing exposure to workers and minimizing possibilities of causing heavy metal pollution in the intertidal zone of ship recycling yards in India. 


Ecological Risk Posed by Heavy Metals Contamination of Ship BreakingYards in Bangladesh

Pollution of water and soils by heavy metals is an emerging problem in industrialized countries.
The present study was conducted to investigate the heavy metals concentration in water and sediment
samples from ship breaking sites of Sitakunda to assess the potential ecological risk posed by heavy metal
using different methods. Heavy metals concentration was analyzed by Atomic Absorption Spectroscopy.
Concentrations of all the tested heavy metals except Cr in water samples of ship breaking site, Sitakunda were lower than recommended values. The mean concentration of Cr was found 0.511± 0.284 mg/l. Concentrations of all the tested heavy metals except Mn in sediment samples were higher than standard limit. The concentrations of Pb, Mn, Cr, Cu and Zn in the sediment were 55.93±18.70, 20.08±4.03, 106.8±47.65, 50.09±18.31, and 70.71±19.45 mg/kg, respectively. Based on Geoaccumulation Index, Contamination factor, Sediment Quality Guidelines, the sediment of ship breaking site can be treated as unpolluted to moderately polluted with Pb, Zn, Cr and Cu but unpolluted with Mn. The Enrichment factors of Pb, Mn, Cr, Cu and Zn in the sediment were: 2.97±0.98, 0.035±0.008, 1.97±0.88, 1.99±0.73, and 1.17±0.32, respectively. The Enrichment factor (>1) in all sampling sites, suggesting source of those metals (Pb, Cr, Cu and Zn) were more likely to be anthropogenic. Based on the Potential Ecological Risk Index the ship breaking site posed to low risk to the environment. The results of present study clearly indicated that the ship breaking site was moderately polluted with heavy metals and pose low risk to the ecosystem.


Distribution of Heavy Metals in Surface Sediments of the Bay of Bengal Coast

The concentrations of major (Si, Al, Ca, Fe, and K) and minor (Cd, Mn, Ni, Pb, U, Zn, Co, Cr, As, Cu, Rb, Sr, and Zr,) elements in the surficial sediments were studied in an attempt to establish their concentration in the Bengal coast. It was revealed that the majority of the trace elements have been introduced into the Bengal marine from the riverine inflows that are also affected by the impact of industrial, ship breaking yard, gas production plant, and urban wastes. The concentration of heavy metals was measured using Atomic Absorption Spectroscopy and Energy Dispersive X-ray fluorescence instruments. The highest concentrations for several trace elements were thus recorded which generally decrease with distance from the coast. It was observed that the heavy metal concentrations in the sediments generally met the criteria of international marine sediment quality. However, both the contamination factor and pollution load index values suggested the elevation of some metals’ concentrations in the region. Constant monitoring of the Bengal coast water quality needs to be recorded with a view to minimizing the risk of health of the population and the detrimental impacts on the aquatic ecosystem. 

Γιατί τα πλοία είναι τοξικά? Why ships are toxic?

While ships sometimes carry waste materials as cargo, a ship itself is also considered as waste when the decision is made to dismantle it. Any ship may contain various amounts of hazardous materials within its structure.

End-of-life ships can contain various amounts of toxic materials in their structure, which need to be properly located, identified, removed and disposed of. On the beaches of South Asia, because of the lack of proper waste reception facilities, training for workers, and cooperation from ship owners to provide the necessary documentation, toxic waste from shipbreaking contaminates the coastal areas and exposes the workers to hazardous substances. Also the local population is at risk when ship parts are sold on the second-hand market.



 Heavy metals need to be properly disposed off. Mercury taken at high dosage can deeply harm the nervous system. Long-term exposure to lead, even to low levels, can cause irreversible learning difficulties, mental retardation, and delayed neurological and physical development. Lead poisoning affects the nervous system, and impairs hearing, vision and muscle coordination. Lead, mercury, cadmium, zinc, lead, and copper can be found in many products onboard a vessel, such as paints, coating, insulation, batteries and electrical compounds. Mercury can be found in thermometers, electrical switches, level switches and light fittings.

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ρύπανση της θάλασσας.

Οι εργαζόμενοι σε ναυπηγεία έρχονται σε επαφή με πλήθος τοξικών ενώσεων!



About 30 PAHs (out of 250) and several hundreds of their derivatives are classed as carcinogenic. Workers are exposed when inhaling fumes released during torch cutting, after torch cutting when paints continue to smoulder or when wastes are deliberately burned. The combustion of oil may for example lead to the formation of PAHs. PAHs accumulate in dust and sediment, and tissues of life forms.





PCBs are found in solid and liquid forms in equipment and materials on obsolete ships. When burned, they create some of the most hazardous substances known – dioxins and furans. While it is relatively easy to remove liquid PCBs prior to export, the use of solid PCBs in old ships is extensive. Ships can contain many hundreds of tonnes of PCB contaminated materials including: insulation, paints, decking, gasketry, wires and cables.


= = =

 Ένα πολύ καλό site είναι εδώ. 

Βιβλιογραφία εδώ. 

και μερικά σχετικά άρθρα:

Sub-sectoral Environmental and Social Guidelines: Shipbuilding and Shipyards 



Pollution characteristics and ecological risk of heavy metals in ballast tank sediment









Wednesday, 7 April 2021

Effects of a Mediterranean Diet, Dairy, and Meat Products on Different Phenotypes of Dyslipidemia: A Preliminary Retrospective Analysis


Background: Dyslipidemia is one of the major causes of atherosclerotic cardiovascular disease (ASCVD) and a Mediterranean Diet (MD) is recommended for its prevention. The objectives of this study were to evaluate adherence to an MD at baseline and follow-up, in a cohort of dyslipidemic patients, and to evaluate how different food intakes can influence lipid profile, especially how different sources of saturated fatty acids impact lipid phenotype. 

Methods: A retrospective analysis was conducted on 106 dyslipidemic patients. Clinical characteristics, lipid profile, and food habits data were collected at baseline and after three months of follow-up with counseling. Adherence to an MD was evaluated with a validated food-frequency questionnaire (MEDI-LITE score). 

Results: The cross-sectional analysis showed that higher consumption of dairy products correlated independently with higher levels of total cholesterol (TC), high-density lipoprotein cholesterol (HDL-C), and low-density lipoprotein cholesterol (LDL-C) and with lower triglycerides (TG) levels. Instead, lower HDL-C and TG levels and higher TC levels were independently associated with higher consumption of meat products. Adherence to an MD significantly improved after the follow-up period, from a mean value of 10 ± 3 (median 10, IQR 8–12) to 13 ± 2 (median 14, IQR 12–15), p < 0.0001. 

Conclusions: Dyslipidemic patients benefit from counseling for improving their adherence to an MD. The high intake of dairy products was associated with less atherogenic hyperlipidemia, which was characterized by higher levels of TC and HDL-C as compared withs the intake of an excessive amount of meat products, which was associated with higher levels of TC and TG and lower levels of HDL-C.

the full paper is here.


Monday, 5 April 2021

Η τοξικότητα και η βιοσυσσώρευση των βαρέων μετάλλων


πηγή: το Κουτί της Πανδώρας

Γράφει ο Γιάννης Ζαμπετάκης
Πρόεδρος Τμήματος Βιολογικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Λίμερικ, Ιρλανδία

Το μάθημα πριν από μερικά χρόνια στο αμφιθέατρο του Χημικού Τμήματος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είχε ως θέμα την επιμόλυνση της διατροφικής αλυσίδας. Με τα (πνευματικά) παιδιά μου (4ετείς φοιτητές Χημείας) αναλύαμε τους ανερχόμενους κινδύνους στα τρόφιμα και η κουβέντα ήταν για τα μεταλλεία. Τους θύμισα ότι «για κάθε ουγγιά χρυσού που παράγεται, παράγονται συνάμα και 30 τόνοι τοξικών αποβλήτων. Αυτά τα απόβλητα συνήθως περιέχουν κυανιούχα, ιόντα εξαιρετικά τοξικά για το περιβάλλον και τον άνθρωπο, και είναι ο ‘‘πονοκέφαλος’’ όλων των εξορυκτικών εταιρειών».

Και τους ρώτησα τότε το εξής υποθετικό σενάριο:

«Έστω ότι ζούμε στο έτος 2050 μ.Χ. και είστε υπεύθυνοι διαχείρισης ποιότητας σε μια μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας. Ποιους κινδύνους θα πρέπει να αξιολογήσετε για να δείτε αν είναι εμπορικά επωφελές να στήσετε νέους ιχθυοκαλλιεργητικούς κλωβούς στους κόλπους της Κασσάνδρας και της Σιθωνίας;».

Πριν απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα, κάναμε μαζί μια ανάλυση της κατάστασης στη Μεσσαπία στην Εύβοια, όπου στα εκεί μεταλλεία νικελίου παρατηρείται το φαινόμενο της όξινης απορροής, όπως είχε παραδεχθεί και προ δεκαετίας η πρώτη υπουργός στο ΥΠΕΚΑ (κ. Τίνα Μπιρμπίλη). Με απλά λόγια, και χωρίς να σας κουράσω με πολλές χημικές λεπτομέρειες, κατά την όξινη απορροή εκλύονται διάφορα βαρέα μέταλλα στο νερό και από τα λατομεία περνούν στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα…

Αυτά είναι γνωστά… και κανείς πλέον δεν αντιδρά ακόμα και αν του λες κατάμουτρα «πίνεις καρκινογόνο νερό, κάνεις μπάνιο τα παιδιά σου με καρκινογόνο νερό! Γιατί το ανέχεσαι;». Οι άνθρωποι το ανέχονται… προτιμούν να μη μιλήσουν για να μην χάσουν τη δουλειά τους, προτιμούν να ζουν μια ζωή ως υποτακτικοί και εν δυνάμει καρκινοπαθείς…

Το θέμα όμως είναι πώς θα είναι η Χαλκιδική το 2050; Και η θάλασσα εκεί θα μπορεί τότε να «φιλοξενήσει» ιχθυοκαλλιεργητικούς κλωβούς; Και αν κάποιος από σας αναρωτηθεί γιατί ρωτάω για τέτοιους κλωβούς, ο λόγος είναι τούτος: σήμερα το 90% της παραγωγής από την ιχθυοκαλλιέργεια εξάγεται και άρα είναι μια πραγματική πράσινη και βιώσιμη ανάπτυξη. Τα μεταλλεία όμως είναι;

Σήμερα: Σύρος και βαρέα μέταλλα

Σήμερα στο καρνάγιο του λιμανιού στη Σύρο, υπάρχουν υψηλά επίπεδα βαρέων μετάλλων σύμφωνα με ανάλυση του Παρατηρητηρίου των κατοίκων της Σύρου και του ΕΛΚΕΘΕ, όπως βανάδιο, κάδμιο, νικέλιο, χρώμιο, μαγγάνιο και κοβάλτιο, αρσενικό και μόλυβδος. Αυτά τα βαρέα μέταλλα, περνούν από το ίζημα της θάλασσας στα μικρά ψάρια και από εκεί στα μεγαλύτερα ψάρια και καταλήγουν στην διατροφική μας αλυσίδα.

Δηλαδή έχουμε το λεγόμενο φαινόμενο της βιοσυσσώρευσης. ΄Οσο πιο ψηλά πάμε στην διατροφική αλυσίδα τόσο μεγαλύτερα είναι τα επίπεδα των βαρέων μετάλλων. Αυτό το φαινόμενο θα έχει μεσοπρόθεσμα επίδραση στην τοπική αλιεία.

Το παρακάτω σχήμα δείχνει εποπτικά το φαινόμενο της βιοσυσσώρευσης στην τροφική αλυσίδα, από το πλανκτόν στον άνθρωπο μέσω των ιχθυηρών για τον υδράργυρο.

Τοξικότητα υδραργύρου

Κατηγορίες τοξικών ενώσεων του υδραργύρου. Ο υδράργυρος μπορεί να προσληφθεί από τους οργανισμούς σε τρεις μορφές: α) ως στοιχείο, β) ως ανόργανη ένωση και γ) ως οργανομεταλλική ένωση.

Στη στοιχειακή μορφή είναι επικίνδυνος στη μορφή των ατμών του. Η σημαντική τάση ατμών του στη θερμοκρασία περιβάλλοντος καθιστά τον "ακάλυπτο" υδράργυρο επικίνδυνο και επιβάλλει έντονο αερισμό στους χώρους όπου χρησιμοποιείται (βλέπε βίντεο). Οι ατμοί του υδραργύρου διαχέονται ευκολότατα και είναι λιποδιαλυτοί. Εισπνεόμενοι μεταφέρονται στα ερυθρά αιμοσφαίρια και από εκεί σε ολόκληρο το σώμα και κυρίως στον εγκέφαλο.

Συνήθως τα πρώτα συμπτώματα δηλητηρίασης από ατμούς υδραργύρου είναι πονοκέφαλος, σιελόρροια και μια έντονη μεταλλική γεύση. Η αποβολή του είναι βραδεία (χρόνος ημιζωής 8 ημέρες). Σε περιπτώσεις χρόνιας εισπνοής ατμών υδραργύρου παρουσιάζεται μια ποικιλία συμπτωμάτων όπως: αναπνευστική δυσκολία, βήχας, ίλιγγοι, πόνοι στα άκρα, αιμορραγίες στα ούλα και απώλεια οδόντων, στοματίτιδα, απώλεια μνήμης και ψυχολογικές διαταραχές, όπως αδυναμία συγκροτημένης σκέψης, άγχος, νευρικότητα και αγοραφοβία (social phobia). Η χρόνια δηλητηρίαση με ατμούς υδραργύρου είναι ουσιαστικά ισοδύναμη με την αντίστοιχη δηλητηρίαση από τις οργανοϋδραργυρικές ενώσεις.

Στη μορφή ανόργανων ενώσεων ο υδράργυρος παρουσιάζει την τυπική τοξικότητα των ενώσεων των βαρέων μετάλλων, δηλ. είναι ισχυρότατα νεφροτοξικός. Περιστατικά δηλητηρίασης από ιοντικές ενώσεις υδραργύρου μπορούν να αντιμετωπισθούν μόνο με την έγκαιρη χορήγηση χηλικών φαρμακευτικών ουσιών (κυρίως πολυθειόλες). Ο υδράργυρος σχηματίζει με τις ενώσεις αυτές σταθερά σύμπλοκα υπό τη μορφή των οποίων και αποβάλλεται με τα ούρα, πριν προλάβει να δεσμευτεί από πρωτεΐνες του οργανισμού και αχρηστέψει τους νεφρούς.

Oι οργανοϋδραργυρικές ενώσεις είναι πολύ πιο επικίνδυνες από τις ανόργανες ενώσεις του. Η ισχυρή τοξική δράση του DMHg και των ενώσεων του μεθυλοϋδραργύρου, οφείλεται στο ό,τι οι ουσίες αυτές είναι λιποδιαλυτές και διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό (ο οποίος κανονικά προστατεύει τον εγκέφαλο από τοξικές ουσίες), πιθανόν με τη δημιουργία συμπλόκων-φορέων με το αμινοξύ κυστεΐνη. Αντίστοιχα, μπορούν να διαπεράσουν και τον πλακούντα και να προσβάλλουν τα εμβρυικά κύτταρα.

Οι οργανοϋδραργυρικές ενώσεις προσβάλλουν το νευρικό σύστημα και τον εγκέφαλο (νευροτοξικές ενώσεις). Ένα πολύ επικίνδυνο χαρακτηριστικό τους είναι η καθυστερημένη δράση τους, δηλ. τα συμπτώματα μπορεί να εμφανισθούν μετά από εβδομάδες και μήνες από την πρόσληψη των ενώσεων αυτών από τον οργανισμό (silent latency period), οπότε μπορεί να είναι πολύ αργά για κάποια θεραπεία. Ως λιποδιαλυτές ενώσεις αποθηκεύονται σε λιπαρούς ιστούς του οργανισμού, απ' όπου δεν είναι εύκολη η απόσπασή τους με τα ίδιες χηλικές ουσίες που δεσμεύουν τον ιοντικό υδράργυρο. Σε τοξικές ποσότητες οδηγούν σε αναισθησία των άκρων, δυσκολία στην ομιλία και στον γενικότερο συντονισμό του σώματος, τύφλωση, κώφωση, απώλεια γεύσης και οσμής και έντονα ψυχολογικά προβλήματα (ατονία, άνοια, απάθεια, παραισθήσεις).

Οι οργανοϋδραργυρικές ενώσεις απομακρύνονται από τον οργανισμό με εξαιρετικά αργό ρυθμό και έτσι σε περιπτώσεις χρόνιας δηλητηρίασης (π.χ. μέσω της τροφής) συσσωρεύονται σε αυτόν και κυρίως στον εγκέφαλο. Οι ίδιες οι ενώσεις, ως λιποδιαλυτές και μη ιοντικές, απορροφούνται εύκολα από το δέρμα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι σε δηλητηριάσεις με ενώσεις μεθυλοϋδραργύρου, η αναλογία της συγκέντρωσης υδραργύρου στον εγκέφαλο σε σχέση με τη συγκέντρωσή του στο αίμα κυμαίνεται από 5 έως 10:1.

Τι πρέπει να κάνουμε;

Είναι επιτακτική ανάγκη να χαρτογραφήσουμε την ρύπανση από βαρέα μέταλλα στις περιοχές της Ελλάδας όπου υπάρχουν βαρέα μέταλλα στο έδαφος, στο νερό και στη θάλασσα. Η χαρτογράφηση αυτή είναι απαραίτητη για να βρούμε τις εστίες ρύπανσης και τους πραγματικά ρυπαίνοντες. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να ελέγξουμε την διασπορά των βαρέων μετάλλων και την ενδεχόμενη επιμόλυνση της διατροφικής αλυσίδας. Η συσσωρευμένη μας γνώση έχει δείξει ότι τα βαρέα μέταλλα νικέλιο και χρώμιο μπορούν να περάσουν από το αρδευτικό νερό στα τρόφιμα σύμφωνα με την διδακτορική διατριβή του Σωτήρη Στασινού.

Με τον κ. Στασινό, μελετήσαμε τα βαρέα μέταλλα νικέλιο και χρώμιο. Αυτά τα βαρέα μέταλλα, υπό συνθήκες, είναι ευκίνητα στοιχεία και μπορούν να προσληφθούν και να βιοσυσσωρευτούν σε βολβούς, μέσω του νερού άρδευσης, του χώματος, των λιπασμάτων και του κόμποστ, οδηγώντας τα φυτά σε οξειδωτικό στρες και προκαλώντας, μετά από χρόνια κατανάλωση βολβών, προβλήματα υγείας στους ανθρώπους.

Ο σκοπός της διδακτορικής εργασίας του κ. Στασινού ήταν να διερευνήσει την πιθανή πρόσληψη χρωμίου και νικελίου από καρότα (Daucus carrota L.), κρεμμύδια (Allium cepa L.) και πατάτες (Solanum tuberosum L.) καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις αυτών των βαρέων μετάλλων στη δραστικότητα των αντιοξειδωτικών ενζύμων καταλάση (CAT, E.C. και υπεροξειδάση (POX, E.C. στα κρεμμύδια και στις πατάτες. Πραγματοποιήθηκαν πειράματα σε θερμοκήπιο, στα οποία προσομοιώθηκαν, όσο το δυνατόν, οι συνθήκες άρδευσης που επικρατούν στις περιοχές με τη μεγαλύτερη παραγωγή βολβών στη χώρα (Ασωπός, Μεσσαπία). Τα πειράματα περιελάμβαναν καλλιέργεια βολβών σε δύο περιόδους, διάρκειας 4 μηνών έκαστη, με παράλληλες γραμμές άρδευσης, κάθε μία από τις οποίες παρείχε στα φυτά υδατικό διάλυμα διαφορετικής συγκέντρωσης Cr(VI) και Ni(II). Συνολικά, τα διαλύματα μετάλλων που χρησιμοποιήθηκαν, στις δύο περιόδους ήταν: 0 μg/L (control), 10 μg/L, 20 μg/L, 50μg/L, 100 μg/L, 250 μg/L, 500 μg/L και 1.000 μg/L. Για την καλλιέργεια των φυτών χρησιμοποιήθηκε χώμα, από βιολογικά πιστοποιημένο θερμοκήπιο, το οποίο δεν είχε ρυπανθεί στο παρελθόν με βαρέα μέταλλα.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το νερό ποτίσματος που περιέχει Cr(VI) και Ni(II) μπορεί να προκαλέσει διασταυρούμενη επιμόλυνση (cross-contamination) σε κρεμμύδια και πατάτες. Δεν βρέθηκαν αντίστοιχες αποδείξεις για τα καρότα. Επίσης, βρέθηκε ότι η συγκέντρωση Cr στις πατάτες σχετίζεται θετικά με τη συγκέντρωση Cr και Ni στο νερό ποτίσματος. Επίσης, στα κυριότερα ευρήματα αυτής της εργασίας περιλαμβάνεται η θετική συσχέτιση ανάμεσα: (i) στις συγκεντρώσεις Cr και Ni στα καρότα, (ii) στις συγκεντρώσεις Cr και Ni στις πατάτες, (iii) στη συγκέντρωση Cr και στη δραστικότητα καταλάσης στις πατάτες και (iv) στη συγκέντρωση Ni και στη δραστικότητα υπεροξειδάσης στα φύλλα κρεμμυδιών.

Τέλος, παρατηρήθηκε αρνητική συσχέτιση ανάμεσα στη συγκέντρωση Cr και Ni στους κορμούς κρεμμυδιών. Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν τεθεί όρια για το Cr και το Ni στα λαχανικά, για λόγους προφύλαξης, συνιστάται το νερό άρδευσης να είναι, ει δυνατόν, απαλλαγμένο από τα συγκεκριμένα βαρέα μέταλλα, έτσι ώστε να προστατεύεται η υγεία των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού από ενδεχόμενο κίνδυνο.

Το ζητούμενο σήμερα είναι να αξιοποιήσουμε την σοφία του παρελθόντος και να προλάβουμε την επέκταση της ρύπανσης πριν ζήσουμε και άλλους «Ασωπούς»...

Thursday, 1 April 2021

Doctors weigh in on importance of BMI in health outcomes



we hear a lot about the worldwide epidemic of obesity and consequent ill-health effects – diabetes, heart disease, high cholesterol and more. A “normal” weight is seen as essential for good health and this has spawned a weight-reduction industry.

However, the relationship between body weight and health is complex and experience has shown that all our intense focusing on weight loss isn’t generally making people healthier. Some physicians are now moving from a “weight-centric” model to one that prescribes healthier behaviours regardless of whether such behaviours reduce body weight. This approach is reviewed by Virginia Sole-Smith in Scientific American (July 2020).

Let me emphasise that I write this article as background information for your general consideration. Anyone concerned about body weight should discuss the matter with their physician before deciding what action to take.

the rest of the article is here.